Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεώργιος Μαρκέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεώργιος Μαρκέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2018

Ο Άγιος Βασίλης υπάρχει! της Γεωργίας Γ. Μαρκέα


Σήμερα που έχω τα γενέθλιά μου και δεν κλείνω μόνο τα πέντε ούτε μόνο τα τέσσερα, αλλά τα… πενηντατέσσερά μου χρόνια, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ένα μόνιμο μυστικό μου. Πιστεύω ακράδαντα πως ο Άγιος Βασίλης ζει και μάλιστα ανάμεσά μας. Είναι κοντά μας κάθε στιγμή, αλλά μπορούμε να τον αντιληφθούμε όταν πραγματικά τον χρειαζόμαστε και τον αξίζουμε.

Πώς τον διακρίνουμε; Η αλήθεια είναι πως δεν είναι τόσο εύκολο, ειδικά μέσα σε μια μεγαλούπολη, να ξεχωρίσουμε τον Άγιο Βασίλη. Γιατί δεν είναι πάντοτε στρογγυλοπρόσωπος, ούτε έχει όλες τις φορές εκείνη τη μεγάλη κοιλιά, όπως τον βλέπουμε στις εικόνες... Δεν έχει πάντοτε γενειάδα. Δεν φοράει μόνο κόκκινα ρούχα, δεν μεταφέρει τα δώρα του κάθε φορά σε σάκο, ούτε είναι πάντοτε λευκό το δέρμα του. Δεν συνοδεύεται αναγκαστικά από ελάφια ή ταράνδους. Δεν μεταφέρεται μόνο με έλκηθρο. Μπορεί να βρεθεί παντού και μπορεί να φτάσει εκεί ακόμη και με τα πόδια. Δεν είναι πάντα ευγενικός. Μπορεί να είναι σοβαρός και μετρημένος και να μας πει λόγια που πιθανόν και να πονάνε…

Όταν τον πρωτοσυνάντησα, ήμουν μόλις δεκαέξι ημερών. Ούτε που τον κατάλαβα. Έμαθα αργότερα πως είχε κάνει μεγάλο ταξίδι για μένα. Είχε έρθει από τη Βραζιλία. Θαλασσοδαρμένος ναυτικός, περίπου σαράντα χρονών τότε, γεμάτος δώρα και τεράστια λαχτάρα να με συναντήσει. Συνειδητοποίησα πως ήταν Εκείνος, έναν χρόνο αργότερα, όταν ήρθε τα Χριστούγεννα με κάτι μεγάλες βαλίτσες γεμάτες δώρα, με «τσατσαράκια», όπως τα έλεγα και σαπουνάκια που μοσχομύριζαν, μαζί με ένα υπερβολικά ευτυχισμένο χαμόγελο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη λάμψη που είχε το πρόσωπό του κάθε φορά που έφτανε με ένα γκρίζο τότε ταξί στο σπίτι μετά από κάποιο μεγάλο ταξίδι. Δεν ήξερα πως τον έλεγαν Βασίλη. Όλοι τον φώναζαν «Γιώργο», αλλά εμένα μου τον είπαν «μπαμπά» μου. Για μένα, ο Άγιος Βασίλης, τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου, είχε κυρίως δύο πρόσωπα. Ήταν άντρας ή γυναίκα, αλλά πάντοτε εκεί, και με «δώρα»! Άλλοτε μου χάριζε παιχνίδια, αλλά συνήθως μου έδινε συμβουλές που δύσκολα δεχόμουν να τις ακολουθήσω. Όμως πάντοτε, αποδεικνυόταν πως θα ήταν καλύτερα για μένα, αν το είχα κάνει. Τον έλεγα «μαμά» ή «μπαμπά» μου.

Ερχόταν όμως συχνά και με άλλες μορφές, γυναικείες ή αντρικές, ως δάσκαλος ή δασκάλα, ως θείος ή θεία, ως αδερφός, ως συγγενής γενικά, ως φίλος ή φίλη. Με ανάθρεψε, με έμαθε τρόπους καλής συμπεριφοράς, με μόρφωσε, με ψυχαγώγησε, με δίδαξε μουσική, με συντρόφευσε. Πάνω από όλα, με έκανε να πιστέψω στον Θεό και με γέμισε με την αρετή της «αφέλειας». Αυτή την πολύτιμη αφέλεια που σε κάνει να νιώθεις πάντα παιδί και να πιστεύεις, ακόμη και μετά τα πενήντα σου χρόνια, πως ναι, ο Άγιος Βασίλης υπάρχει!

Αργότερα, ο Άγιος αυτός συνήθιζε να με βρίσκει στις δύσκολες στιγμές μου, όπως τότε, ένα κρύο και συννεφιασμένο πρωινό, κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στην Αγγλία. Τον συνάντησα το 1998 στην Ελληνική Πρεσβεία στο Λονδίνο. Μου ζητήθηκαν πολλά χρήματα για κάτι χαρτόσημα που θα κολλούσα σε ένα έγγραφο και διαμαρτυρήθηκα για αυτό, στην υπάλληλο. Της είπα πως τα χρήματα που έπρεπε να δώσω στην πρεσβεία μας για μερικά μόνο χαρτόσημα, τα είχα φυλάξει με μεγάλη δυσκολία, προκειμένου να καταφέρω να επιβιώσω με αυτά για δύο βδομάδες στο Λονδίνο.

Ο Άγιος Βασίλης όμως, ήταν εκεί και με άκουσε... Φορούσε όμορφα, σκουρόχρωμα ρούχα που περιέργως, δεν ήταν κόκκινα. Δεν είχε γενειάδα. Ήταν αρκετά νεότερος από ό,τι τον νόμιζα. Μόλις η υπάλληλος μετέφερε κάτι έγγραφα για υπογραφές σε άλλο γραφείο, ο Άγιος χωρίς να μιλήσει, μου έδωσε κρυφά από όλους, σαράντα λίρες στο χέρι! Ένιωσα άβολα. Τον ευχαρίστησα με όλη την καρδιά μου, αλλά αρνήθηκα να πάρω το δώρο του. Τότε εκείνος μου είπε: «Δεν σε ξέρω. Δεν με ξέρεις. Δεν ζητώ τίποτα από σένα. Δεν θα μάθεις ποτέ το όνομά μου. Μου θύμισες όμως τον εαυτό μου. Κάποτε σπούδαζα στο Harvard, αλλά δεν είχα χρήματα αρκετά για να ζήσω και έκανα οικονομίες σαν αυτή τη δικιά σου. Σήμερα, έχω πετύχει και μπορώ να πω πως είμαι πλούσιος. Δέξου, λοιπόν, αυτά τα χρήματα ως ένα μικρό δώρο από μένα που δεν θα σου συστηθώ ποτέ μου».

Εκείνη τη στιγμή, η υπάλληλος μπήκε στο γραφείο και η συνομιλία μας με τον Άγιο κόπηκε απότομα. Εκείνος με κοίταξε αυστηρά, χωρίς να επιδέχεται την παραμικρή αντίρρηση και με το δάκτυλό του μου έκανε σήμα να σωπάσω. Ήταν ένα δώρο στην κυριολεξία ζωής, για αυτό ξόδεψα τα χρήματά του κυρίως για τροφές, αλλά φύλαξα μία λίρα από αυτές που μου έδωσε για να αγοράσω ένα μικρό πορτοφολάκι. Το διάλεξα τόσο μικροσκοπικό που να μη χωράει παρά μόνο δύο ή τρία νομίσματα, γιατί ήθελα να μου θυμίζει πως πάντοτε, ακόμη κι όταν θα έχω ξεμείνει με ελάχιστα χρήματα, τότε που θα φαίνεται πως όλα, ή σχεδόν όλα, θα έχουν τελειώσει, από κάπου θα μπορούσε να εμφανιστεί ξανά ο αγαπημένος σε όλους μας Άγιος. Ως άγνωστος έστω, ή με κάποιο άλλο όνομα, κι όχι Βασίλης ή Νικόλαος, με τη μορφή διπλωμάτη ίσως σε μια ελληνική πρεσβεία σε κάποια άλλη χώρα, όπως εκείνος, που δεν θα μάθω ποτέ πώς οι άνθρωποι τον φωνάζουν, αλλά που θα τον έχω πάντα μέσα στις προσευχές μου.

Ο Άγιος, λοιπόν, δεν εμφανίζεται πάντοτε ως Βασίλης. Είναι όμως Εκείνος. Είναι ο Άγιος Βασίλης, ακόμη κι όταν δεν έχει τίποτα κοινό εξωτερικά μαζί του. Με κοιλιά ακόμη και μικρή, αλλά πάντοτε με καρδιά μεγάλη, γεμάτη από αγάπη. Ο Άγιος δεν βρίσκεται κυρίως στην Καισαρία και δεν έρχεται μόνο τα Χριστούγεννα ή την Πρωτοχρονιά. Είναι όλες τις μέρες του χρόνου κοντά μας!

Τώρα που πέρασαν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά και που μάθατε και την ηλικία μου, ρισκάροντας με χαρά να θεωρηθώ από εσάς αφελής, θα σας πω με απόλυτη σιγουριά πως ο Άγιος αυτός μπορεί ανά πάσα στιγμή να εμφανιστεί μπροστά μας! Μπορούμε να τον ανακαλύπτουμε με ένα απλό «τσακ», ακόμη και μέσα στην καρδιά μας. Όταν την ανοίγουμε και τη γεμίζουμε με αγάπη. Κάθε φορά που προσφέρουμε απλόχερα τα «δώρα» μας, χωρίς να περιμένουμε ανταλλάγματα, σε εκείνους που πραγματικά τα χρειάζονται, είτε είναι -είτε δεν είναι- παιδιά. Ακόμη κι όταν δεν πρόκειται για τα παιδιά τα «δικά μας». Ναι, τότε εμείς γινόμαστε ο Άγιος Βασίλης τους! Άλλωστε, και για εμάς αν κάποια στιγμή χρειαστεί, Εκείνος θα ξανάρθει! Γιατί τελικά, λέμε την αλήθεια στα παιδιά: ο Άγιος αυτός υπάρχει!

Θαλασσογραφία του πατέρα μου, του Γεωργίου Λ. Μαρκέα



Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Lykourgos L. Markeas (Λυκούργος Λ. Μαρκέας)


Λυκούργος Λ. Μαρκέας





Ο Λυκούργος Μαρκέας ήταν ένας από τους μεγάλους Έλληνες συνθέτες και διευθυντές ορχήστρας. Ξεκίνησε το έργο του το 1938, μόλις σε ηλικία 12 ετών και ασχολήθηκε κυρίως με τη μουσική επένδυση θεατρικών παραστάσεων. Ο Λυκούργος ήταν άνθρωπος αθόρυβος και ουσιαστικός, με σημαντική κλασική παιδεία. Πολλοί σύγχρονοι επιτυχημένοι Έλληνες συνθέτες και τραγουδιστές χρωστούν την καριέρα τους στον Λυκούργο Μαρκέα. Ο ίδιος, όμως, προτίμησε στη ζωή του τους χαμηλούς τόνους από τα φώτα της δημοσιότητας, γι’ αυτό και ελάχιστοι γνωρίζουν την ουσιαστική συμβολή του σ’ αυτό που ονομάζουμε σήμερα μοντέρνο ελληνικό τραγούδι. 

Ο Λυκούργος γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 23 Ιανουαρίου του 1926 και πέθανε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου του 1979, μόλις 53 ετών, χτυπημένος από την επάρατη νόσο. Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά μιας εξαιρετικά φτωχής οικογένειας. Η μητέρα του, Γεωργία Μαρκέα, που ήταν πρόσφυγας από τη Σμύρνη, έπαιζε μαντολίνο, ενώ ο πατέρας του Λεωνίδας Μαρκέας, από τη Μεσσηνιακή Μάνη, έπαιζε κιθάρα (χαβάγια). Σε ηλικία 11 μόλις χρονών (1937) ο μικρός Λυκούργος με τον πατέρα του και τον αδελφό του τον Γιώργο έπαιζαν κιθάρα και τραγουδούσαν σε διάφορα καφενεία της Αθήνας. Το ταλέντο του Λυκούργου φάνηκε από νωρίς και ο πατέρας του, παρόλη του τη φτώχεια και τα έξι του παιδιά, πούλησε το μοναδικό κομμάτι γης που είχε για να αγοράσει στο μικρό Λυκούργο ένα πιάνο. 

Ο Λυκούργος έγινε μετά από λίγο δεκτός στο «Ωδείο Αθηνών», όπου σπούδασε πιάνο και αποδείχθηκε παιδί-θαύμα. Από παιδί ακόμη, στην κατοχή, δουλεύει σε μικροθιάσους ως πιανίστας και γράφει τα πρώτα του τραγούδια. Όλα του τα τραγούδια αγαπήθηκαν και ξεχώρισαν. Από τις πρώτες του επιτυχίες ήταν οι Συννεφιές (Τέτοια ώρα σε λατρεύω σε ζητώ), Σε ζητούσα στα σύννεφα, Λάθος η αγάπη μας, Αυτή τη νύχτα, Δυο φορές μ’ έχεις γελάσει, Ποτέ δε θα ξεχάσω τέτοια μάτια, Μέσα στο νερό της λίμνης.

Το 1947 έφτιαξε τη πρώτη του μεγάλη ορχήστρα κι έκανε εμφανίσεις στα μεγαλύτερα κέντρα των Αθηνών. Έγραψε πολλά τραγούδια που έγιναν επιτυχίες με τον Τώνη Μαρούδα και τον Γιάννη Βογιατζή: Σε είδα κάποιο μεσημέρι, Άσπρες κορδέλλες, Tο Καλοκαίρι αυτό πάει χαμένο, Έφυγες, Όνειρα, Μιλώ για σένα, Συννεφιασμένο δειλινό, Εσύ μπορείς να με νιώσεις, Τι να είναι η αγάπη, Συννεφιές (Τέτοια ώρα σε λατρεύω σε ζητώ), Καλωσόρισες αγάπη.

Το 1962 άρχισε να ασχολείται με το μουσικό θέατρο. Έντυσε με τη μουσική του πάνω από πενήντα επιθεωρήσεις όπως: Αρχοντορεμπέτισσα, Τριαντάφυλλα για εσάς, Στο καρφί και στο πέταλο, Η δημοκρατία χορεύει, Είκοσι θέατρα μαζί, Αυλή και πεζοδρόμιο, Garden party, Σήκω χόρεψε συρτάκι, Βρε πού πάμε, Χίππηδες και ντιρλαντάδες, Η Ελλάς ξαναψηφίζει, Ελληνίδες Έλληνες, Ω τι κρέας μαμά και πολλές άλλες.Το 1974 άρχισε να γράφει μουσική στις εβδομαδιαίες επιθεωρήσεις του Αλέκου Σακελλάριου που παρουσιάζονταν στην τηλεόραση: Κάτι άλλο, Μόνο για σας, Το παλιό θέατρο όπου παρουσιάζονταν μουσικές επιθεωρήσεις, Εξήντα λεπτά χωρίς λεφτά. Μέσα σε αυτές τις επιθεωρήσεις κάποια τραγούδια του γνώρισαν μεγάλη επιτυχία όπως: Χτύπα καρδιά μου(επιτυχία που τραγούδησε η Καίτη Μπελίντα), Γύρω-γύρω και άλλα.Έντυσε επίσης και κινηματογραφικά έργα με τη μουσική του όπως: To παιδί της πιάτσας με τον Κώστα Χατζηχρήστο, Χαρούμενο ξεκίνημα με τον Γ. Οικονομίδη, όπου το τραγούδι Εγώ αγαπώ τη Λιάνα με στίχους του Γ. Οικονομίδη γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Τραγούδι από το ίδιο κινηματογραφικό έργο που επίσης αγαπήθηκε πολύ από τον κόσμο, είναι το Ανάθεμα την μπούκλα σου, που, όπως συμβαίνει και με πολλά άλλα τραγούδια του Λυκούργου Μαρκέα, ακούγεται μέχρι σήμερα στην τηλεόραση, σαν μόλις να κυκλοφόρησε.
Αφομοίωνε την εποχή στην οποία ζούσε κι έτσι πάντα ήταν επίκαιρος. Εκτός από τον Τώνη Μαρούδα, Γιάννη Βογιατζή, Καίτη Μπελίντα, Τρίο Μπελκάντο, Τζένη Βάνου, Σώτο Παναγόπουλο συνεργάστηκε αργότερα με τον Γιάννη Πάριο, Λίτσα Διαμάντη, Τόλη Βοσκόπουλο, Σταμάτη Κόκοτα, Γρηγόρη Μπιθικώτση, Ρίτα Σακελλαρίου και πολλούς άλλους.
Ήταν ο συνθέτης που ανακάλυψε τον ηθοποιό τότε Τόλη Βοσκόπουλο, ενώ δεν υπήρχε δίσκος του Γιάννη Πάριου που να μην είχε τραγούδι του Λυκούργου Μαρκέα. Μάλιστα το άλμπουμ Ανθρώπινα και Καθημερινά (1974), στο οποίο τραγουδούν ο Γιάννης Πάριος με τη Λίτσα Διαμάντη και έχει γνωρίσει τεράστια επιτυχία, περιέχει αποκλειστικά δικά του τραγούδια.
Από τα τελευταία του τραγούδια που έγραψε και τα οποία δεν πρόλαβε να ακούσει σε δίσκο ούτε να μάθει την επιτυχία που εγνώρισαν, καθώς τον νίκησε ο καρκίνος ήταν το Αυτά τα χέρια που τραγούδησε η Λίτσα Διαμάντη και το Αυτός ο άνθρωπος αυτός που τραγούδησε η Ρίτα Σακελλαρίου και ήταν το αγαπημένο του Ανδρέα Παπανδρέου.
(Οι πληροφορίες συλλέχτηκαν από τον αδελφό του συνθέτη, τον ογδονταοχτάχρονο τότε, Γεώργιο Μαρκέα).


Lykourgos L. Markeas





Lykourgos Markeas was one of the most important Greek composers and directors after the World War Two. Already a professional musician from the age of 12, he is mainly remembered for the music he wrote for theater. Many scholars, although recognise his musicality, they are not aware of his studies in classical music. Though he influenced many contemporary Greek musicians, Lykourgos Markeas kept a low profile in his personal life. 


Lykourgos was born in Tripoli on 23 of January 1926. He was the third child of a very poor family. His mother, Georgia Markea, who was a refugee from Smyrna, played the mandolin and his father, Leonidas Markeas, who was from Messiniaki Mani, played the Hawaiian guitar. In the age of 11 (1937) Lykourgos together with his father Leonidas and his brother George used to play to small Athenian cafes for money. Leonidas Markeas, the father, decided to buy a piano for his talented boy. The boy’s progress was amazing and soon he was accepted to Athens Odeion, the most prestigious Conservatory in Greece. Lykourgos studied the classics and was proved to be a prodigy. Even then, in the dark years of the German occupation, he wrote music for theater. At that time he also wrote popular songs like Synefies (Cloudy weather), Se zitousa sta synefa (I was looking for you through the clouds), Lathos I agapi mas(Our love, our mistake), Afti ti nixta (The night tonight), Dio fores me exeis gelasei (You have fooled me twice), Pote den that xehaso tetoia matia (The eyes I’ll never forget), Mesa sto nero tis limnis (Lake waters) and many others. 


In 1947, after the end of the civil war in Greece, he made his own big-band and played in the Athenian night-clubs. He wrote songs for two of the most known Greek singers of that era: Tonis Maroudas and Yannis Vogiatzis. It was the time of Lykourgos’ great successes with songs like Se ida kapio mesimeri (I saw you some afternoon), Aspres kordeles (White ribbons), To kalokairi afto paei xameno (This was a lost summer), Efyges (You have left), Oneira, (Dreams), Milo gia sena (Speaking of you), Synefiasmeno deilino (Cloudy afternoon),  Esi mporeis na me nioseis (You can feel me), Ti na einai I agapi (What love is), Kalosorises agapi (Welcome love). 



In 1962 Lykourgos wrote music for theater. He wrote music for more than 50 successfulmusicals such as: Archodorebetisa, Triantafila ja sas (Roses for you), Sto karfi ke sto petalo (To the nail and the horse-shoe), I dimokratia horevi (Democracy dances), Ikosi Theatra mazi(All twenty theaters together), Avli ke pezodromio (Gardens and pavements), Garden party, Siko horepse sirtaki (Get up and dance sirtaki), Vre pou pame (Where are we going to),Hippides ke dirladades (Hippies and Dirladades), I Ellas xanapsifizei (Hellas votes again),Ellinides Ellines (Greek men and women), O ti kreas, mama! (Oh what a meat, mama!), and many others.
In 1974 Lykourgos composed for a series of musicals that were directed by the known Greek writer and theater director Alekos Sakellarios. The musicals were hosted by the Greek Television: Some of the titles of these musicals were Kati allo (Something difference), Mono ja sas (For you only), To palio theatro (Old theater), Exinta lepta horis lefta (Sixty minutes without money). In these musicals some of the songs became big hits: Htipa kardia mou (My heart, keep on biting), Gyro-Gyro (Round about) with Keti Belida, and many others. Markeas composed also for cinema; the black and white Greek cinema of the 1950’s and the early 1960’s: To pedi tis piatsas (The boy of the street) with the great Greek comedian Kostas Hatzihristos, Harumeno Xekinima (A happy start) with George Ikonomidis. In this movie the song Ego agapo ti Liana (I love Liana) became a great hit.

Lykourgos Markeas was a man that “absorbed” the sounds of the world that he was living in. He remains, until now a contemporary Greek song writer and composer. Many Greek musicians, who are currently regarded classics, remember Lykourgos Markeas. Tonis Maroudas, Yannis Vogiatzis, Keti Belida, Trio Bel Cando, Tzeni Vanou, Sotos Panagopoulos, Yannis Parios, Litsa Diamanti, Tolis Voskopoulos, Stamatis Kokotas, Grigoris Mpithikotsis, Rita Sakellariou are among them.

(The above information was collected from Lykourgos Markeas brother, George Markeas, who is 88 years old).